δέσμη
δέσμη, package, bundle
- package, bundle, Test. ap. D. 35.34, Alex. 117, Arist. Fr. 140, D.H. 3.61.
- 2 a measure in Egypt, φοινίκων PFay. 119.4, al.; ἀσπαράγου POxy. 1212.4 (ii A.D.).
- b in Medicine, handful, Androm. ap. Gal. 13.1033; ὑσσώπου κόμης Ezek. Exag. 185.
I
1 atado, atadijo gener.
(τῶν δερμάτων αἰγείων) δύο δέσμας
δέσμαι καλάμων εὐμεγέθεις
• en esp. legajo
δέσμαι ... δικανικῶν λόγων
legajos de discursos forensesπαπύρου ... δ.
rollo de papiro
• haz
ἕνα προηγεῖσθαι ῥαβδοφόρον ἅμα τῇ δέσμῃ τῶν ῥάβδων πέλεκυν φέροντα
que vaya delante un lictor portando, junto con el haz de varas, una segurἀκοντίων
2 como unidad de medida manojo
(σκορόδων)
πηγάνου χλωροῦ δέσμην χειροπληθῆ
λινοκαλάμης δέσμαι γ ἐσφραγισμέναι
ἀσπαράγου δέσμ(αι) ιθ, θρύδακος δέσμ(αι) β, γονγύλη(ς) δέσμ(αι) β, ῥαφάνου δ. α
κράμβης
• fajo, atadijo
στιππύου
συμβεννίων (l. σεβεν-)
• gavilla, haz
συλλέξατε ... τὰ ζιζάνια καὶ δήσατε αὐτὰ εἰς δέσμας
καλάμου φρυγανιτοῦ
καλάμων παλαιῶν
χόρτου
λόγ(ος) ξύλου ἡλιοτροπίου πρισμοῦ πρώτου· δέσμαι τρίξυλ(οι) ξ
II
δεσμή· †ὁδός (quizá por ὁρμός)