Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δίκτον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δικρόσσιον
δίκροσσον
δίκροσσος
δικροτέω
δικροτίζω
δίκροτος
δίκρουνος
δίκρους
δικροῦς
Δικταῖος
δικτάμνινος
δικταμνίτης
δικταμνίτης οἶνος
δικταμνοειδές
δικταμνοειδής
δίκταμνον
δίκταμνος
δίκταμον
δίκταμος
Δίκτασσος
δικτατορεία
δικτατορεύω
δικτατορία
δικτατοῦρα
δικτάτωρ
δικτατωρεία
δικτατωρεύω
δικτατωρία
Δίκτη
Δικτίς
δίκτον
δίκτυ
Δικτύα
δικτυαγωγός
Δικτυακά
δικτυάλωτος
δικτυαρχέω
δικτυβολέω
δικτυβόλος
δικτύδιον
δικτυεία
δίκτυες
δικτυεύς
δικτυεύω
Δικτυήνη
δικτυηρός
δικτυΐσκον
Δίκτυννα
Δικτυνναία
Δικτυνναῖον
Δικτυνναῖος
Δικτυνναϊσταί
Δικτυννίς
δικτυοβόλος
δικτυοειδής
δικτυοειδῶς
δικτυοθήρας
δικτυοθηρευτική
δικτυοθηρευτικός
δικτυόκλωστος
δίκτυον
…
δίκτον
Save
LSJ
δίκτον, τό,
= δίκταμνον,
Arat.
33 (
Zenod.
ap. Sch., but prob. pr. n.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}