δικτυοθήρας Save δικτυοθήρας, net-fisher LSJ Pape δικτῠο-θήρας, ου, ὁ, net-fisher, Sch. Theoc. 1.40. δικτυοθήρας, ὁ, = δικτυβόλος, Schol. Theocr. 1.40.