δικτυεία
δικτυεία, net-fishing
δικτῠ-εία or δικτῠ-ΐα, ἡ,
- net-fishing, Ael. NA 12.43.
pesca con red
δ. καὶ κόντωσις καὶ κυρτεία καὶ ἀγκιστρεία
δικτυεία, ας (ἡ) pêche au filet, El. N.A. 12, 43.
Étym. δικτυεύς.
δικτυεία, auch δικτυΐα geschrieben, ἡ, Netzfischerei, Ael. H.A. 12.43.