δικτυοβόλος Save LSJ DGE Pape δικτῠο-βόλος, ον, = δικτυβόλος, Poll. 7.137. δικτυοβόλος -ου, ὁ pescador con red Poll.7.137. δικτυοβόλος, ὁ, = δικτυβόλος, Poll. 7.137.