δαιταλάομαι
δαιταλάομαι, feast
δαιτᾰλ-άομαι,
- feast, Lyc. 654.
devorar
ὠμόσιτα δαιταλωμένους ... ᾍδης ... ἀγρεύσεται
δαιταλάομαι [τᾰ] (seul. part. prés. δαιταλωμένους) se repaître de, manger, acc. Lyc. 654.
Étym. δαιταλεύς.
δαιταλάομαι, schmausen, Lycophr. 654.