δαιταλουργία
δαιταλουργία, cookery
δαιτᾰλ-ουργία, ἡ,
- cookery, Lyc. 199.
arte culinaria
σάρκας λεβητίζουσα δαιταλουργίᾳ
περὶ τὴν δαιταλουργίαν
• fig.
δ. ῥητορείας
δαιταλουργία, ας (ἡ) [τᾰ] préparatifs d’un repas, Lyc. 199.
Étym. Cf. les préc.
δαιταλουργία, ἡ, Kochkunst, Lycophr. 199.