δαπάνημα
δαπάνημα, money spent
- cost, expense, mostly in pl., X. Cyr. 8.1.9, Philem. 96.6, IG 7.2712.32 (Acraeph.); τοῖς ἰδίοις δ. BGU 1130.21 (i B.C.), etc.; δαπανημάτων ἔνδεια want of necessaries, Plb. 9.42.4: sg. in Arist. EN 1122a24, CIG 3600 (Ilium), etc.
I
1 gasto, gastos de dinero, y tb. c. valor aumentativo dispendio en buen o mal sent.
δαπανημάτων δοτήρ
pagador de dispendios n. de un funcionario en la admin. del imperio aqueménidaοὐ γὰρ τὸ αὐτὸ δ. τριηράρχῳ καὶ ἀρχιθεωρῷ
τὸ δὲ ἐσόμενον δ. ἐς τὰ[ν] παροικοδομίαν ... τελεσάντω
τὸ δ. πᾶν ἐτέλεσε παρ' ἑαυτῷ
asumió todos los gastosμικρὰ δαπανήματα
ἐγένετο τὸ δ. τοῦ νομίσματος τάλαντα δισχίλια διακόσια τριάκοντα ἐννέα
el gasto en dinero ascendió a 2239 talentosἐνοχλουμένους ὑπό τε τῆς στρατείας καὶ τῶν δαπανημάτων
ὀναλούσαντας τί κέ ποτα γινύειται δ.
διάκουστα καὶ ἐν ταῖς πέρι[ξ] πόλεσιν τὰ δαπανήματα αὐτοῦ γενέσθαι
πολι]τικὰ δαπανήματα
στρατιωτικὰ δαπανήματα
τὰ δαπανήματα τῶ[ν] κατάπλων καὶ ἀνάπλων
τὰ καθ' ἡμέραν δαπανήματα
τὰ πρὸς τὰς λειτουργίας τῶν θυσιῶν δαπανήματα
τὸ γενόμενον εἰς τὴν ἐπισκευὴν (τῶν ἐργαστηρίων) δ.
τὰ κατὰ τοὺς [καρπ]οὺς καὶ τὴν κατασπορὰν δαπανήματα
• en cláusulas de contratos
προσαποτείσομεν ... [τῷ ὠνουμ]ένῳ ... τά τε βλάβη καὶ δαπανήματα
ἀποτισάτω [ὁ] παραβὰς ... τά τε βλάβη καὶ δαπανήματα δ[ιπλᾶ
• registro de gastos Lyd.Mag.3.68.
2 dinero, expensas, fondos gastados o destinados a cubrir algún gasto, frec. c. verbos de ‘entregar’
τὸ δὲ δ. παρασχεῖν τοὺς [ἐ]γλογεῖς ... ἀπὸ τῆς προσόδου τῆς πρὸς ἑαυτοὺς προσιούσης
τὸ δ. δοθῆναι ἐκ τοῦ οἴκου Κύρου
τὸ εἰς] τὴν θυσίαν δ.
ἐκ τῶν τᾶς πόλεως δαπαναμάτων
τοῖς ἰδίοις δαπανήμασιν
a sus propias expensas, a su propia costaἀπορῶν δαπανημάτων
II no ref. a dinero provisiones, avituallamiento, víveres
δαπανημάτων ἐνδείᾳ
• alimentos, comida
χρῆσθαι τοὺς Ἰουδαίους τοῖς ἑαυτῶν δαπανήμασιν καὶ νόμοις
que utilicen los judíos sus propios alimentos y sus leyesσητῶν δ.
pasto de las polillas
1) = δαπάνη, im plur., Xen. Cyr. 8.1.3 ; wie τὰ καθʼ ἡμέραν δαπανήματα Philem. Stob. flor. 97, 18.
2) der Unterhalt, Zufuhr, Pol. 9.42.4.
- money spent, Arist.: in pl. costs, expenses, Xen.