δαπανητικός
δαπανητικός, consuming
- consuming, δύναμις Philagr. ap. Aët. 12.67, cf. Iamb. Myst. 2.5. Adv. -κῶς extravagantly, βιοῦν S.E. P. 1.230.
1 que consume, que agota
δ. καὶ ἀναξηραντικὴ ... δύναμις
δ. τῶν καθομιλούντων παθῶν ἐγκράτεια
(πῦρ) δ. ἐστι τῶν φυλασσόντων τέως
τοῦ πυρὸς τούτου δαπανητικωτέραν ... φλόγα
una llama más voraz que ese fuegoγαστὴρ δέ, καμίνου πάσης δαπανητικωτέρα
• en or. nominal concordando en neutr. c. abstr.
δαπανητικὸν γὰρ πλούτου ἡ θεραπεία τῶν δεομένων
pues es gasto de riqueza el cuidado de los necesitados
• subst. τὸ δ. destrucción
τὸ δ. τῆς ὕλης
2 adv. -ῶς pródigamente
βιοῦν
Adv ., Sext.Emp.