δεκάφυιος
δεκάφυιος, tenfold
δεκά-φυιος [κᾰ], ον, (φυή)
- tenfold, Call. Fr. 162.
décuplo, diez veces mayor
ζωάγρια
δεκάφυια· δίφυια δὲ διπλάσια
δεκά·φυιος, ος, ον [ᾰ] dix fois aussi grand, décuple, Call. fr. 162.
Étym. δ. φύω.
δεκάφυιος, zehnfach, Callim. frg. 162.