δεκαπλοῦς
décuplo, diez veces mayor, multiplicado por diez frec. en uso pred.
τὸ γνωσθὲν ἀποτίνεται δεκαπλοῦν
se ha de pagar el décuplo del valor estimadoτὰ δὲ καὶ δεκαπλᾶ γίγνεται τῶν ὀφλημάτων
y algunas deudas ascienden incluso al décuplo (de su importe)ἀποτεισάτω δεκαπλόαν τὰν πεντηκοστάν
δεκαπλοῦν ἀποδότω τὸ τέλος
ὅπως ... ζη[μιῶ]νται δεκαπλαῖς αἷς ἂν ποιῶνται βλάβαις
δεκαπλοῦν ἐποιοῦμεν τὸ ἀνάλωμα
• subst. τὸ δ. el décuplo, ITemple of Hibis 1.28 (I d.C.).
δεκαπλοῦς, οῦν, zehnfach, τίμημα Din. 1.60 ; Dem. 24.83 u. A.