δεκαπλόος
δεκαπλόος, ten-fold
δεκᾰ-πλόος, ον, contr. δεκᾰ-πλοῦς, οῦν,
- = δεκαπλάσιος, D. 24.83; τὸ γνωσθὲν ἀποτίνεται δ. Arist. Ath. 54.2, cf. Hyp. Dem. Fr. 7: also in fem. ἀποτεισάτω δεκαπλόαν IG 5(1).1421.13 (Cyparissia, iv/iii B.C.).
δεκα·πλόος-οῦς, όος-οῦς, όον-οῦν, décuple, Dém. 726 fin.
Étym. δ. -πλοος ; cf. ἁπλόος, διπλόος.
δεκαπλόος
= δεκαπλάσιος, Dem.