δητός
δητός, bundle
δητός2, [lexical cite]
δητός (A), οῦ, ὁ, (δέω A)
- bundle, σχοινίων Sammelb. 1.5 (pl., iii A. D.).
δητός (B): ὕστερος, Hsch.
ὕστερος
δητός, bundle
δητός2, [lexical cite]
ὕστερος