δησάσκετο
δησάσκετο,
- v. δέω (A). δῆσε, aor. of δέω (A): also for ἐδέησε, aor. of δέω (B).
δησάσκετο, v. δέω 1.
δησάσκετο
3 sing. pa. iterative mid. δέω.
δησάσκετο : see δέω 2.