Δηριμάχεια Save DGE Bailly 2024 Δηρῐμάχεια -ης, ἡ • Prosodia: [-ᾰ-] Derimaquia una amazona, Q.S.1.45, 260. Δηρι·μάχεια, ας (ἡ) [ῐμᾰ] Dèrimakheia, Amazone, Q. Sm. 1, 45 et 260. Étym. δῆρις, μάχομαι.