διέμπιλος
διέμπιλος, well-capped, well-hatted
διέμ-πῑλος, ον,
- well-capped, well-hatted, κεφαλή Luc. Lex. 13.
envuelto en fieltro
διέμπιλον ἔχω τὴν κεφαλήν
δι·έμπιλος, ος, ον, enveloppé de feutre, Luc. Lex. 13.
διέμπιλος, κεφαλή, Luc. Lex. 13, nach dem Schol. πολλοῖς πίλοις περιτεθειμένη.