διενθυμέομαι
διενθυμέομαι, consider, reflect
διεν-θῡμέομαι,
- consider, reflect, περί τινος Act.Ap. 10.19.
reflexionar sobre, considerar c. ac.
ταῦτα ... ἀπαύστως
ἐκεῖνα καθ' ἑαυτούς
ἐκεῖνο διενθυμούμενος ὡς ...
• c. giro prep.
περὶ τοῦ ὁράματος
δι·ενθυμέομαι-οῦμαι [ῡ] c. ἐνθυμέομαι, NT. Ap. 10, 19.
διενθυμέομαι, [ῡ], genau erwägen, Sp.
Strong
*†
to consider, reflect: seq. περί, Ac 10:19.†