διενεργέω
διεν-εργέω, strengthd. for ἐνεργέω, Crito ap. Stob. 3.3.64.
ejecutar, efectuar, realizar
τό τε ἄπειρον καὶ τὸ περαῖνον ἐν ταῖς πράξεσι
οὐδὲν ... ἐναντίον τοῖς θείοις νόμοις
ἀφροδίσια
δι·ενεργέω-ῶ, agir fortement, Criton (Stob. Fl. 44, 12) ; Jambl. Protr. 164.
διενεργέω, verstärktes ἐνεργέω, Crito Stob. Flor. 3.75.