διαπετάννυμι
διαπετάννυμι, open and spread out
διαπετάννῡμι, pf. -πεπέτακα D.S. 17.115, Pass. -πεπέτασμαι ib. 10:—
- open and spread out, Ar. Lys. 732, 733; τὰς πλεκτάνας, of the polypus, Arist. HA 541b5; ἀετοὺς διαπεπετακότας τοὺς πτέρυγας D.S. 17.115:—Pass., pf. διαπέπ[τ]α[νται] πύλαι prob. in Pi. Dith.Oxy. 2.4.
extender, abrir, desplegar
(ἔρια) ἐπὶ τῆς κλίνης
τὰς πλεκτάνας
del pulpoἀετοὺς διαπεπετακότας τὰς πτέρυγας
τὸ ἐπικάλυμμα
τὸν κόλπον
τὰς πύλας
λεπτὸν ἀράχνης ὕφασμά τι διαπεπετασμένον
• frec. en el AT extender, tender τὰς χεῖρας en señal de súplica
διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖρας μου
εἰς τὸν οὐρανόν
δια·πετάννυμι, déployer, étendre, ouvrir, Ar. Lys. 732, 733 ; Arstt. H.A. 5, 6, 2 ||
➳ Prés. impér. 2 sg. -άννυ, Ar. Lys. 733. Ao. sbj. 3 sg. -πετάσῃ, Arstt. l. c. ; part. διαπετάσας, Ar. Lys. 732. Pf. part. διαπεπετακότας, DS. 17, 115.
διαπετάννυμι, [ῡ], (πετάννυμι), auseinanderbreiten, Ar. Lys. 732 ; τὰς πλεκτάνας, Arist. H.A. 5.6 ; πτέρυγας, DS. 17.115, u. a.Sp.
For Pindar, see also: διαπίτναμι