About Report a problem

Menu

διαπετάννυμι

διαπετάννυμι, open and spread out

διαπετάννῡμι, pf. -πεπέτακα D.S. 17.115, Pass. -πεπέτασμαι ib. 10:—
  • open and spread out, Ar. Lys. 732, 733; τὰς πλεκτάνας, of the polypus, Arist. HA 541b5; ἀετοὺς διαπεπετακότας τοὺς πτέρυγας D.S. 17.115:—Pass., pf. διαπέπ[τ]α[νται] πύλαι prob. in Pi. Dith.Oxy. 2.4.

Saved

Recent