διαπηνηκίζω
διαπηνηκίζω, trick out deceitfully
διαπηνηκίζω
- λόγον trick out deceitfully, Cratin. 282 (prob. l., cf. πήνηξ).
engañar, disimular con artificio, disfrazar
τοῦτον μὲν καλῶς διεπηνήκισας λόγον