διαπηγμάτιον
διαπηγμάτιον, small crossbar
δια-πηγμάτιον, τό, Dim. of foreg.,
- small crossbar, Ph. Bel. 64.7.
travesaño pequeño Ph.Bel.64.7.
διαπηγμάτιον, ου (τὸ) [μᾰ] dim. du préc. Phil. byz. 64.
διαπηγμάτιον, τό, dim. zu διάπηγμα, Mathem.