διαπεύθομαι
διαπεύθομαι, poet. for διαπυνθάνομαι, A. Ag. 807 (anap.).
investigar abs.
γνώσῃ δὲ χρόνῳ διαπευθόμενος
δια·πεύθομαι (seul. part. prés.) poét. c. διαπυνθάνομαι, Eschl. Ag. 808.
διαπεύθομαι, = διαπυνθάνομαι, Aesch. Ag. 808.
διαπεύθομαι
poet. for διαπυνθάνομαι Aesch.