διηκόσιοι
διηκόσιοι, two hundred
διηκόσιοι, v. διακόσιοι.
διηκόσιοι, ion. = διακόσιοι ; Homer zweimal, Il. 9.383 διηκόσιοι, 8.233 διηκοσίων.
διηκόσιοι
[δι-, δισ- + ἑκατόν.]
Two hundred Il. 9.383.
Absol. Il. 8.233.
διηκόσιοι : two hundred.