διηλλαγμένως
διηλλαγμένως, differently
διηλλαγμένως, Adv.
- differently, Str. 13.1.3, D.S. 2.31.
adv. sobre el part. perf. pas. de τὰς λοιπὰς ... τορείας δ. ἐπετέλεσαν
διηλλαγμένως, adv. différemment, Str. 582 ; DS. 3, 19.
διηλλαγμένως, auf verschiedene Weise, Strab. XIII.582.