Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διθυράμβιος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δίηται
διητανές
διητάριος
διητία
διηυκρινημένως
διήφυσε
διηχέω
διηχή
διηχής
διηχήτας
διηχητικός
διθάλασσος
διθάλαττος
δίθαλλος
δίθαλος
διθανής
διθεΐα
διθεΐται
διθεΐτης
διθελής
δίθεος
δίθηκος
δίθηκτος
δίθρονος
δίθροος
διθυμία
δίθυμος
διθυραμβέω
διθυραμβικός
διθυραμβικῶς
διθυράμβιος
Διθυράμβιος
διθυραμβιστής
Διθυραμβογενής
διθυραμβογενής
διθυραμβογραφέω
διθυραμβογράφος
διθυραμβοδιδάσκαλος
διθυραμβοποιητής
διθυραμβοποιητική
διθυραμβοποιός
διθύραμβος
Διθύραμβος
διθυραμβοχάνα
διθυραμβοχώνα
διθυραμβοχώνη
διθυραμβώδης
διθυραμβωδῶς
Διθύραμφος
διθυρίτης
Διθυρίτης
δίθυρος
δίθυρσον
διθύσανος
Διΐ
διιά
ΔιϜία
Διιακός
διίαμβος
διΐαμβος
ΔιϜιαρται
…
διθυράμβιος
Save
LSJ
δῑθῠράμβ-ιος, ὁ (sc.
μήν
),
name of a month at Gonni,
Ἀρχ.Ἐφ.
1911.130, al.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}