διορυχή
διορυχή, undermining
διορ-ῠχή, ἡ,
- = διωρυχή, Χερσονήσου D. 7.40; φρεάτων Ph. 1.626; τοίχων Lib. Decl. 8.19: metaph., undermining, νόμων, δικαστηρίων, Id. Or. 63.21.
διορυχή, ῆς (ἡ) [ῠ] c. διωρυχή, DS. 2, 490 Dind. ; Phil. 1, 626 Migne.
διορυχή, ἡ, s. διωρυχή.