διόρυξις
διόρυξις, digging through
διόρ-υξις, εως, ἡ,
- digging through, Sch. Theoc. 1.67.
excavación
τὴν διόρυξιν ... δι' ἧς ὁ Πηνειὸς ... ῥεῖ
ἡ τοῦ Ἄθω δ., ἵν' ἡ θάλασσα εἰσρυεῖσα πλωτὸν ἀπεργάσαιτο τὸν ἰσθμὸν τοῖς Ξέρξου σκάφεσι
διόρυξις, ἡ, das Durchgraben, Schol. Theocr. 1.67.