Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δοκευτικῶς
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Δοιδάλσης
Δοιδαλσός
δοῖδος
δοιδυκίζω
δοιδυκοποιός
δοιδυκοφόβα
δοιδυκοφοβά
δοῖδυξ
δοίδυξ
δοῖεν
δοιέτης
δοιετής
δοιή
δοίην
δοιοί
δοιός
ΔϜοῖος
δοιοτόκος
δοῖτρον
δοιώ
δοκά
δοκάζω
δόκαι
δόκανα
δοκάναι
δοκάνη
δοκανός
δοκάριον
δοκάω
δοκεύς
δοκευτικῶς
δοκεύτρια
δοκεύω
δοκέω
δοκή
δόκημα
δοκησία
δοκησιδέξιος
δοκησίνοος
δοκησίνους
δόκησις
δοκησισκοπία
δοκησισοφέω
δοκησισοφία
δοκησίσοφος
δοκησίφρων
δοκηταί
δοκητός
δοκίας
Δοκίδαυα
δοκίδη
δοκίδιον
δοκικῶ
δοκικῶς
δοκιμάζω
δοκιμαίνονται
Δοκιμαῖος
δοκιμασία
δοκίμασις
δοκιμασμός
δοκιμαστέον
…
δοκευτικῶς
Save
DGE
δοκευτικῶς
adv.
atentamente
glos. a ἐνδυκέως
Eust.1290.8.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}