Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δολοπεύω
δολοπεύω, plot
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δολιχόσκιος
δολιχούατος
δολιχοῦρος
δολιχόφρων
δολιχωπά
Δολίων
δολίως
Δολόασπις
Δολοβέλλας
Δολόγκιος
Δόλογκοι
Δόλογκος
δολόδουπος
δολόεις
δολοεργής
δολοεργός
δολοήτωρ
δολοκλεψία
δολοκτασία
δολομάν
δολομάχανος
δολομέτρης
δολομήδης
Δολομηνή
δολομῆτα
δολομήτης
δολόμητις
δολομήχανος
δολόμυθος
Δόλοπες
δολοπεύω
Δολοπήϊος
Δολοπήιος
Δολοπηΐς
Δολοπία
Δολοπικός
Δολοπιονίδης
Δολοπίων
δολοπλανής
δολοπλοκία
δολοπλόκος
δολοποιέω
δολοποιός
δολοπράτης
δολορραφέω
δολορραφής
δολορραφία
δολορραφίη
δολορράφος
δόλος
δολοσχερής
δολότης
δολότροπος
δολουργός
δολοφονεύω
δολοφονέω
δολοφόνησις
δολοφονία
δολόφονος
δολοφόνος
δολοφραδής
…
δολοπεύω
Save
δολοπεύω, plot
LSJ
DGE
δολοπεύω,
plot,
Hsch.
(cf.
δόλοψ
).
δολοπεύω
tramar
,
urdir
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}