δολομήτης
δολομήτης, crafty of counsel, wily
δολο-μήτης, ου, ὁ, voc. δολομῆτα, = sq., Il. 1.540.
mentiroso, engañoso llama Hera a Zeus Il.1.540,
δολο·μήτης, voc. -μῆτα, fourbe, Il. 1, 540.
Étym. cf. le suiv.
δολομήτης, ὁ, = δολόμητις ; voc. δολομῆτα Il. 1.540, ἅπαξ εἰρημ., vgl. Scholl Herodian.; gen. δολομήτεω Hesych.
δολομήτης
-ου
[δόλος + μῆτις.]
Crafty of counsel, wily.
Absol. in voc. δολομῆτα Il. 1.540.
δολομήτης and δολόμητις, voc. δολομῆτα: crafty, wily.
δολομήτης
δολο-μήτης, ου,
and δολόμητις ιδος, ὁ,
- crafty of counsel, wily, Hom.