δονακογλύφος
δονακογλύφος, reed-cutting, pen-making
δονᾰκο-γλύφος [ῠ], ον,
- reed-cutting, pen-making, σμῖλα AP 6.295 (Phan.).
que talla cañas
σμῖλα
δονακο·γλύφος, ος, ον [ᾰῠ] qui taille des roseaux (pour écrire) Anth. 6, 295.
Étym. δόναξ, γλύφω.
δονακογλύφος, Rohr, Rohrfedern schneidend ; σμῖλα Phani. 3 (VI.295).
δονακογλύφος
δονᾰκο-γλύφος (ῠ), ον
γλύφω
- reed-cutting, pen-making, Anth.