δορυσθενής Save LSJ Bailly 2024 Pape δορυσθενής, v. δορισθενής. δορυ·σθενής, ής, ές, c. δορισθενής, Hh. Mars 3 ; Eschl. Ch. 158. δορυσθενής, ές, = δορισθενής, Aesch. Ch. 158 ; H.h. Mart. 3.