δραματικός
δραματικός, dramatic
- dramatic, μιμήσεις Arist. Po. 1448b35; μῦθοι ib. 1459a19; δ. ἀτοπία such as is found in plays, D.H. 1.84. Adv. -κῶς Ammon. in Cat. 14.15, Eust. 6.11.
I
1 dramático
δεῖ τοὺς μύθους καθάπερ ἐν ταῖς τραγῳδίαις συνιστάναι δραματικούς
πλοκή
δραματικὴ περιπέτεια
argumento de un drama
• esp. como dialogístico
(Ὅμηρος) μιμήσεις δραματικὰς ἐποίησεν
τοὺς διαλόγους ... τοὺς μὲν δραματικούς, τοὺς δὲ διηγηματικούς, τοὺς δὲ μεικτούς
de los diálogos platónicosἀποστρέψας τοῦ διηγήματος τὸν διάλογον ἐπὶ τὸ δραματικόν
2 peyor. fantástico, fingido, inventado
ὡς δραματικῆς μεστὸν ἀτοπίας διασύρουσιν
• compar. c. sent. intens., Philostr.VA 5.16
• descomedido, exagerado
τῶν πραγμάτων τὰ δραματικὰ καὶ πανηγυρικά
II adv. -ῶς dramáticamente, en forma dialógica Ast.Am.Hom.1.12.1, Ammon.in Cat.4.15.