Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δροσαλλίς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δρομιδάριος
δρομικός
δρομικότης
δρομικῶς
δρόμιον
Δρόμιος
δρόμιος
δρομίς
δρομίσσω
Δρομιχαίτης
δρομιχαίτης
δρομογοργοκίνητος
δρομοδάριος
δρομοκάμηλος
δρομοκῆρυξ
Δρομοκλείδης
δρομόναρχος
δρόμος
δρομόω
δρόμων
Δρόμων
δρομωνάριος
δρόξιμα
δροόν
δροπά
Δροπικοί
δρόπις
δροπίσκος
δρόπος
δρόσαλλις
δροσαλλίς
δροσάτον
Δροσερά
δροσερός
δροσία
δροσίζω
δροσίη
Δροσική
δρόσιμος
δροσινός
δροσιός
Δροσίς
δροσισμός
δροσοβολέω
δροσοβόλος
δροσογόνος
δροσοειδής
δροσοειδῶς
δροσοείμων
δροσόεις
δροσόλιθος
δροσόμελι
δροσόομαι
δροσοπαγής
δροσοπάχνη
δροσοποιός
δρόσος
δροσοσυρίζω
δροσοφορία
δροσοφόρος
δροσόω
…
δροσαλλίς
Save
Bailly 2024
δροσαλλίς,
ίδος
(
ἡ
) sorte de vigne,
Geop.
5, 17, 3
.
Étym.
δρόσος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}