δροσοείμων
δροσοείμων, dew-clad
δροσο-είμων, ον, gen. ονος,
- dew-clad, νεφέλαι Orph. H. 21.6, 51.6.
vestido, cubierto de rocío
νεφέλαι
Νύμφαι
δροσο·είμων, ων, ον, gén. ονος, vêtu de rosée, Orph. H. 20, 6 ; 50, 6.
Étym. δρόσος, εἷμα.
δροσοείμων, ονος, taubekleidet ; νεφέλαι, Orph. H. 20.6 ; νύμφαι, 50.6.