δροσισμός
δροσισμός, exposure to dew
δροσ-ισμός, ὁ,
- exposure to dew, Olymp.Alch. p.87 B.
1 exposición al relente Olymp.Alch.87.3.
2 fig. refrigerio, alivio refrescante
τῷ δροσισμῷ τῆς κυοφορίας αὐτῆς τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων καταφλεγομένας ... ἀνεζώωσε (ἡ Παρθένος)
δροσισμός, ὁ, das Tauen, Eust.