Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δροσοφορία
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δρόπος
δρόσαλλις
δροσαλλίς
δροσάτον
Δροσερά
δροσερός
δροσία
δροσίζω
δροσίη
Δροσική
δρόσιμος
δροσινός
δροσιός
Δροσίς
δροσισμός
δροσοβολέω
δροσοβόλος
δροσογόνος
δροσοειδής
δροσοειδῶς
δροσοείμων
δροσόεις
δροσόλιθος
δροσόμελι
δροσόομαι
δροσοπαγής
δροσοπάχνη
δροσοποιός
δρόσος
δροσοσυρίζω
δροσοφορία
δροσοφόρος
δροσόω
δροσώδης
Δρουβητίς
δροῦγγος
Δρουεντίας
Δροῦζον
Δρουίδαι
Δρουίδης
δροῦνα
Δρούσαιος
Δρουσιανός
Δρουσιάς
Δρουσιεύς
Δρούσιλλα
Δρουσίλλειος
Δρούσιον
Δρουσιπάρα
Δρουσόμαγος
Δροῦσος
δρύα
δρυάζειν
δρυάζω
Δρύαινα
Δρυαινίτης
Δρύαινος
δρύακες
Δρύαλος
Δρυαντιάδης
δρυάριον
…
δροσοφορία
Save
DGE
δροσοφορία
-ας, ἡ
producción de rocío
o
lluvia
glos. a ἐρσεφορία
Zonar.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}