δρόσιμος
δρόσ-ιμος, ον, = sq., Plu. Aet. phys. 2.918a.
cubierto de rocío
τὸ δρόσιμον γενόμενον
δρόσιμος, ος, ον, c. δροσερός, Plut. M. 918a.
δρόσιμος, ον, = δροσερός, Plut. qu.nat. 25.
cubierto de rocío
τὸ δρόσιμον γενόμενον