Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δρύψις
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δρύπτερις
δρύπτην
δρύπτω
δρῦς
Δρῦς
δρύσσομαι
δρύτη
δρυτομέω
δρυτομική
δρυτόμος
δρυφάδες
δρυφάζω
δρυφαίνηκα
δρυφακτικός
δρύφακτον
δρύφακτος
δρυφακτόω
δρυφάκτωμα
δρυφάς
δρυφάσσω
δρύφειν
δρυφέω
δρυφή
δρυφόροι
δρύφος
δρύφω
δρύψελα
δρύψελον
δρύψια
δρύψιον
δρύψις
δρυψογέροντας
δρυψογέρων
δρυψόπαιδα
δρυψόπαις
Δρυώ
δρυώδης
Δρύων
δρυωτός
δρωκτάζεις
δρωμᾷ
δρώμενα
δρῷμι
Δρῶοι
δρώοιμι
δρωπάζω
δρωπακίζω
δρωπακισμός
δρωπακιστέον
δρωπακιστής
δρωπακιστός
δρωπακίστρια
δρώπακος
δρῶπαξ
δρώπαξ
Δρωπίδης
Δρωπίων
δρωπός
δρωπτά
δρώπτης
δρωπτός
…
δρύψις
Save
DGE
δρύψις
-ιδος, ἡ
laceración
,
ultraje
de un cadáver
,
sinón. de ἀεικία
Eust.1336.58.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}