Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δρύψιον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δρυπτερίς
δρύπτερις
δρύπτην
δρύπτω
δρῦς
Δρῦς
δρύσσομαι
δρύτη
δρυτομέω
δρυτομική
δρυτόμος
δρυφάδες
δρυφάζω
δρυφαίνηκα
δρυφακτικός
δρύφακτον
δρύφακτος
δρυφακτόω
δρυφάκτωμα
δρυφάς
δρυφάσσω
δρύφειν
δρυφέω
δρυφή
δρυφόροι
δρύφος
δρύφω
δρύψελα
δρύψελον
δρύψια
δρύψιον
δρύψις
δρυψογέροντας
δρυψογέρων
δρυψόπαιδα
δρυψόπαις
Δρυώ
δρυώδης
Δρύων
δρυωτός
δρωκτάζεις
δρωμᾷ
δρώμενα
δρῷμι
Δρῶοι
δρώοιμι
δρωπάζω
δρωπακίζω
δρωπακισμός
δρωπακιστέον
δρωπακιστής
δρωπακιστός
δρωπακίστρια
δρώπακος
δρῶπαξ
δρώπαξ
Δρωπίδης
Δρωπίων
δρωπός
δρωπτά
δρώπτης
…
δρύψιον
Save
Bailly 2024
δρύψιον,
ου
(
τὸ
) raclure,
Anth.
6, 299
.
Étym.
δρύπτω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}