δυήπαθος
δυήπαθος, much-suffering
δῠή-πᾰθος, ον,
- = δυηπαθής, h.Merc. 486.
penoso
ἐργασίη
δυή·παθος, ος, ον [ῠᾰ] c. δυηπαθής, Hh. Merc. 486.
δυήπαθος, Unglück erleidend, elend, H.h. Merc. 486, l.d.
δυήπαθος
δυή-πᾰθος, ον
παθεῖν
- much-suffering, Hhymn.