Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δυηλός
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δυάκις
Δύαλος
δύαν
δυάνδρες
δυανδρία
δυανδρικός
δυανερικός
δυϝάνοι
δυϜάνω
δυαρεία
δυαρχέω
δυαρχία
δυάς
δύασμα
δυασμός
δυαστικός
δυάω
δύβρις
δυγ-
δυγνίς
δυγόν
δυγός
δύε
δύε(ν)
δυειδής
δυεῖν
δυενιαυσίως
δυερός
δύη
δύῃ
δυηλός
δυηπάθεια
δυηπαθέω
δυηπαθής
δυηπαθία
δυηπαθίη
δυήπαθος
δῦθι
δυθμά
δυθμή
δυϊκός
δυϊκῶς
Δυίλιος
δύϊος
δῦμα
Δῦμαι
Δυμαῖαι
Δύμαινα
Δυμαῖος
Δυμάν
Δυμανᾶται
Δυμᾶνες
Δυμανίς
Δυμάντειος
Δυμαντεῖος
δύμαρ
Δύμας
Δύμβριος
δύμεναι
Δύμη
Δύμιος
…
δυηλός
Save
DGE
δυηλός
-όν
miserable
como falsa etim. de
δοῦλος
Phot.
δ
784, cf. Sud.s.u.
δύη
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}