δύϊος
δύϊος [ῠ], α, ον,
- = δυερός, A. Supp. 829 (lyr.).
penoso
βοά
δύϊος, α, ον [ῠ] malheureux, Eschl. Suppl. 842 dout.
Étym. δύη.
δύϊος, = δυερός ; βοή Aesch. Suppl. 809.
penoso
βοά