δυνάστωρ
δυνάστωρ, ruler
δῠνάστ-ωρ, ορος, ὁ,
- = δυνάστης, E. IA 280 (lyr.).
jefe, príncipe
Ἤλιδος δυνάστορες
príncipes de la Élide componentes de la expedición aquea contra Troya
δυνάστωρ, ορος (ὁ) [ῠ] c. δυνάστης, Eur. I.A. 280.
δυνάστωρ, ορος, ὁ, = δυνάστης, Eur. I.A. 280.