Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δυνηρός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δυναμωτής
δυναμωτικός
δύνασαι
δυνάσθη
δύνασις
δυναστεία
δυνάστειρα
δυνάστευμα
δυναστευτικός
δυναστεύω
δυνάστης
Δυνάστης
δυναστικός
δυνάστις
δυναστός
δυναστρία
δυνάστωρ
δυνατέω
δυνατηρά
δυνάτης
δυνατός
δυνατοτερέω
δυνατόω
δυνατῶς
Δυνδασεύς
Δύνδασον
δυνδεκάτη
δυνέαται
δύνῃ
δύνηαι
δυνηρός
δυνήσατο
δυνητικός
Δύνιος
δύντα
δύνω
δύο
δυο-
δυοβολιαῖος
δυόβολος
δυογόν
δυόδεκα
δυοδεκάδελτος
δυοδεκαδικός
δυοδεκαπλάσιον
δυοδεκαπλάσιος
δυοδεκάς
δυοειδής
δυοκαίδεκα
δυοκαιδεκάδελτος
δυοκαιδεκαδικῶς
δυοκαιδεκάζῳδος
δυοκαιδεκάμηνος
δυοκαιδεκάς
δυοκαιδέκατος
δυοκαίδεκος
δυοκαιεβδομηκοστός
δυοκαιεικοσίπηχυς
δυοκαιεικοστός
δυοκαιενενηκοντάεδρον
δυοκαιεξηκοντάεδρον
…
δυνηρός
Save
Bailly 2024
δυνηρός,
ά, όν
[
ῠ
] puissant, fort,
Bas.
Hexæm.
45
.
Étym.
δύναμαι
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}