δυναστικός
δυναστικός, arbitrary
δῠναστ-ικός, ή, όν,
- of or for a δυνάστης, arbitrary, Arist. Pol. 1320b31 (Sup.): Comp., more potent, Gal. 6.396.
1 consistente en un poder personal, autocrático
ἡ δυναστικωτάτη ... τῶν ὀλιγαρχιῶν
• subst. ὁ δ. tirano
ἐτυράννησε ... Ἀναξίλας ... ἦσαν δὲ καὶ ἄλλοι δυναστικοί
2 potente, poderoso
δυσκρασίαι
ζῴδια
τίς (ἀστὴρ) τίνος ... δυναστικώτερος τυγχάνει
δυναστικός, ή, όν [ῠ] impérieux, autoritaire, Arstt. Pol. 6, 6, 3 au sup. -ώτατος.
Étym. δυνάστης.
δυναστικός, zum δυνάστης gehörig, gewalthaberisch ; τῇ δυναστικωτάτῃ καὶ τυραννικωτάτῃ τῶν ὀλιγαρχιῶν Arist. Pol. 6.6 erinnert an das unter δυναστεία Gesagte.
δυναστικός
from δῠνάστης
δυναστικός, ή, όν
- arbitrary, Arist.