Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δωρίσκος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δωρητής
δωρητικός
δωρητός
Δωριάζω
δωριάζω
Δωριακός
Δωριαρχέω
δωριαρχέω
Δωριάς
Δωρίας
Δωρίδας
Δωρίεια
Δωριεύς
δωρίζομαι
Δωρίζω
δωρίζω
Δωριῆς
Δωρίκαhος
Δωρικός
Δωρικῶς
δωριμαῖος
Δωρίμαχος
Δώριον
Δώριος
Δωρίππη
δωριπτερίς
Δωρίς
δωρίς
Δωρίσδω
δωρίσδω
δωρίσκος
Δωρισμός
δωρισμός
Δωριστί
δωριστί
δωρίτης
Δωρίτης
δωρίτης ἀγών
Δωρῖτις
Δωρίχα
Δώριχος
Δωρίων
Δωριώνειοι
Δωριώνειος
δωρογραφή
δωρογραφία
δωρόδειπνος
δωροδέκτης
δωροδοκέω
δωροδόκημα
δωροδόκησις
δωροδοκητέον
δωροδόκητος
δωροδοκία
δωροδοκιστί
δωροδόκος
δωροδοσία
δωροδότας
δωροδοτέω
δωροδότης
δωροδοχεῖον
…
δωρίσκος
Save
DGE
δωρίσκος
-ου, ὁ
métr.
dorisco
pie cuyo esquema es ¯˘˘¯˘ Diom.482.2.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}