Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δωρητής
δωρητής, benefactor
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Δωνατιανοί
δωνατικός
δωνατίουον
Δώνατος
Δωνεττῖνοι
Δῷοι
δώομεν
δωός
Δωπότας
Δῶρα
δωράκινον
δώραξ
δωρεά
δωρεαῖος
δωρεακός
δωρεάν
δωρεαστικός
δωρεή
Δώρεια
Δώρειος
δωρέομαι
δωρετικός
Δωρεύς
δωρέω
δώρημα
δωρημαῖος
δωρηματικός
Δωρηνός
δωρήτας
δωρητήρ
δωρητής
δωρητικός
δωρητός
Δωριάζω
δωριάζω
Δωριακός
Δωριαρχέω
δωριαρχέω
Δωριάς
Δωρίας
Δωρίδας
Δωρίεια
Δωριεύς
δωρίζομαι
Δωρίζω
δωρίζω
Δωριῆς
Δωρίκαhος
Δωρικός
Δωρικῶς
δωριμαῖος
Δωρίμαχος
Δώριον
Δώριος
Δωρίππη
δωριπτερίς
Δωρίς
δωρίς
Δωρίσδω
δωρίσδω
δωρίσκος
…
δωρητής
Save
δωρητής, benefactor
LSJ
δωρ-ητής, οῦ, ὁ,
benefactor,
IG
12(2).645b64 (Nesus, iv B. C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}