δόμησις
δόμησις, construction
δόμ-ησις, εως, ἡ,
- = δομή I, J. BJ 1.21.6, al.
1 abstr. construcción, edificación
τῶν στοῶν
τῆς πόλεως
τὰ πρὸς τὴν δόμησιν ἐργαλεῖα
2 concr. construcción, estructura
τό τε μεγέθος τῆς δομήσεως
ὁ εὐκτήριος οἶκος ... οὔπω μὲν τὸ τέλειον τῆς δομήσεως ἔχων
δόμησις, εως (ἡ) action de construire, d’où construction, Jos. A.J. 15, 9, 6 ; B.J. 2, 17, 1.
Étym. δομέω.
δόμησις, ἡ, das Bauen, der Bau, Jos.