δομεστικός
de casa, fabricado en casa
οἶνον δομε<σ>τικὸν λαγύνιον
una botella de vino casero
lat. domesticus, miembro de la guardia de corps imperial
τὴν τῶν λεγομένων δομεστικῶν ἀρχήν
• esp. inscr. y pap.
ἐνδοξοτάτῳ κόμιτι τῶν καθοσιωμένων δομεστικῶν
ὁ καθοσιωμένος δ. τοῦ θείου παλατίου
• de otros cargos importantes, esp. militares
τοὺς προαγωγέας τῶν λημμάτων τῆς ἀρχῆς, οὓς δομεστίκους καλοῦσι Ῥωμαῖοι
δ. τοῦ ἐπάρχου
δ. τοῦ ἀνδρὸς Οὐβρικίου
• cortesano de palacio
ἔργα δομεστίκοιο